Απελευθερώσου, ανακάλυψε την πηγή της δημιουργίας μέσα σου & υλοποίησε

Σκέφτομαι πως να ξεκινήσω, αποφασίζω να ξεκινήσω έτσι:
«Το θέμα είναι η φωτιά που καίει μέσα σου, να είναι δυνατότερη από αυτό που σε καίει,,»

Το ζήτημα δεν είναι το πότε, το πώς και το γιατί, το ζήτημα είναι να μπορέσεις να απελευθερώσεις τον εαυτό σου, να απελευθερωθείς και να δημιουργήσεις. Ίσως τώρα που το σκέφτομαι δεν υπάρχει καν ζήτημα, υπάρχει μόνο μια βαθύτερη ανάγκη για ολοκληρωτική ένωση και βίωση της μοναδικής ολότητάς (σου).

Υπήρξαν βραδιές που σκέφτομουν όλα όσα έχω κάνει, όλα όσα έχω μάθει, όλα όσα έχω κατακτήσει. Υπήρξαν βραδιές που προσπαθούσα να βρώ μια προσδιοριστική ταυτότητα, μα καμία δεν έμοιαζε να με περιγράφει απόλυτα. Υπήρχε όμως κάτι, μοναδικά κοινό σε όλες μου τις εμπειρίες, σε όλες μου τις σκέψεις, ο ευγενής πόθος μου για δημιουργία και η ανεπτυγμένη μου αίσθηση, το «δώρο του Θεού» προς εμένα για αυτή τη ζωή. Παρατηρώντας το κοινό σημείο κατάλαβα πως αν υπήρχε μια ταυτότητα που θα διάλεγα να έχω αυτή θα ήταν το «καλλιτέχνης». Ο καλλιτέχνης είναι ο μεσάζοντας, αυτός που φέρνει τον ουρανό στη γή και πάει την γή στον ουρανό, αυτός που δημιουργεί τον χώρο, την ομορφιά, την πρόοδο, αυτός που σχηματοποιεί και δίνει ζωή σε λευκές κόλλες, αυτός που χρωματίζει τις στιγμές, αυτός που σκετσάρει, οραματίζεται και υλοποιεί, μα πάνω απ’ όλα είναι κάποιος που άφοβα, ρισκάροντας και πιστεύοντας ζει μέσα στη ροήκότητα της ύπαρξης. Ένας καλλιτέχνης μπορεί να έχει καμβά το ο,τιδήποτε επιλέξει, ένα λευκό χαρτί, ένα ξύλο, ένα κήπο, ένα σκάφος, ένα ανθρώπινο σώμα, δεν υπάρχουν περιορισμοί στο που μπορεί να εξασκήσει και να δημιουργήσει την τέχνη του. Δεν υπάρχει το σωστό και το λάθος στη ζωή του, αυτός καταδεικνύει απλώς χαρισματικά κάποια πλευρά της ύπαρξης. Ζεί στο τώρα, την μοναδική στιγμή που η δημιουργία είναι εφικτή. Παθιάζεται, ονειρεύεται, εξελίσσεται και ξεπερνά τα δεδομένα του, τα μέχρι τότε γνωστά όρια του. Ένας καλλιτέχνης αγαπά βαθιά και βρίσκει την έμπνευση σε κάθε σημείο της φύσης, είναι πολλές οι φορές που θα την αναζητήσει σε πρόσωπα μέχρι να αναγνωρίσει την εσωτερική δημιουργική του πηγή.

 

Προσωπικά, μου πήρε 15 ολόκληρα χρόνια να καταλάβω, να ανοιχτώ ξανά στην απεραντοσύνη της καλλιτεχνικής μου δημιουργίας. Γιατί 15 χρόνια, θα αναρωτηθείτε εύλογα.
Το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο με ξεκάθαρη καλλιτεχνική φύσή είναι να μπλεχτεί στο λαβύρινθο του μυαλού του, των σκεπτομορφών που είναι δημιουργημένες και καθοδηγούμενες επί τους αίωνες.
Αν συμβεί αυτό η προσωπική του ελευθερία αρχίζει να χάνεται και η μοναδικότητα του αρχίζει να σβήνει.
Αν αρχίσεις να σκέφτεσαι το πώς το γιατί και το πότε, έχεις μετατραπεί σε λογικό από καρδιακό ον.
Όλο το εκπαιδευτικό σύστημα είναι στημένο πάνω στη λογική και όχι πάνω στον αφθορμητισμό. Έτσι όλα έχουν μια δομή, μια αυστηρότητα έναν χαρακτήρα και έναν τρόπο που πρέπει να είναι και να υπάρχουν. Ο άνθρωπος ζωγραφίζεται κάπως συγκεκριμένα, δεν μπορείς να φτιάξεις μια τελεία και να την θεωρήσεις ως άνθρωπο σου λέει ο αναλυτικός νους. Όσο πιο βαθιά μπαίνεις στην εκπαίδευση τόσο πιο πολύ πιστεύεις το συλλογικό ασυνείδητο και τόσο πιο πολύ χάνεται η ικανότητα για δημιουργία, αφθορμητισμό και εμπιστοσύνη στον εαυτό…

 

 

Η ζωγραφική για εμένα αποτελούσε μια δραστηριότητα που μοιραζόμουν με τον παππού μου. Από παιδάκι αγαπούσα τα χρώματα και το πως αυτά έπαιρνα μορφή μέσω του χεριού μου κάθε φορά στο χαρτί. Ήταν ένα ιερό τελετουργικό και μια νέα εξερεύνηση κάθε φορά που έπαιρνα το μπλοκ μου και τους μαρκαδόρους μου. Εξερευνούσα την ζωή, το σύμπαν, την ύλη, τους ανθρώπους, το είναι μου…

 

Γύρω στα 12 έτη μου άρχισα να δυσκολεύομαι να ζωγραφίσω, άρχισαν να μην μου αρέσουν αυτά που βλέπω να απεικονίζονται στο χαρτί, είχα αρχίσει να απορρίπτω τον εαυτό μου. Ήθελα να κάνω κάτι παραπάνω, ήθελα όσα φαντάζομαι να μπορούν να απεικονιστούν με λογικό τρόπο στο χαρτί μου, να δημιουργηθούν με ακρίβεια κι έτσι άρχισα να προσπαθώ να εκπαιδευτώ πάνω σε νόρμες. Η προσπάθεια δεν έπιασε θα έλεγα, γιατί μάλλον αυτό που βίωνα μέσα από την χάραξη συγκεκριμένων και μετρημένων γραμμών ήταν ο αυτοπεριορισμός. Σιγά σιγά αραίωσα τις ζωγραφικές μου εξερευνήσεις. Σταμάτησα να ζωγραφίζω στα 15, όταν ο παππούς μου άφησε το σώμα του. Μου ήταν εξαιρετικά επώδυνο να μην τον έχω δίπλα μου, να μην τον έχω δίπλα μου όταν ζωγραφίζω. Από μικρή συνέδεα τις δραστηριότητες με τους ανθρώπους, όταν συνέβαινε κάτι με τον άνθρωπο, διέκοπτα και την δραστηριότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πίστευα πως ο παππούς μου ήταν η κινητήριος δύναμη μου, όμως δεν ήταν έτσι. Ήταν αυτός που δημιουργούσε τον χώρο για να μπορέσω εγώ να εκφραστώ, να εξερευνήσω και να δημιουργήσω. Αποδεχόταν ο,τιδήποτε και αν δημιουργούσα και ύστερα είχε έναν μαγικό τρόπο να το συζητάει μαζί μου και να μου εξηγεί τις περιπτώσεις που ίσως μπορούσα να φανώ «καλύτερη», τις περισσότερες φορές όμως ό,τι κι αν δημιουργούσα φαινόταν τέλειο στα μάτια του. Ήταν τέλειο, γιατί ο παππούς μου γνώριζε την έννοια της μοναδικότητας. Κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να το φτιάξε έτσι ακριβώς όπως εγώ.

Πέρασαν χρόνια από τότε και το θέμα «ζωγραφική, δημιουργία και υπέρτατη έκφραση» ήταν θαμένο όπως και το σώμα του εμπνευστή μου. Ακόμα πίστευα στις συνδέσεις μεταξύ ανθρώπων και δραστηριοτήτων. Ήρθαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Τότε γνώρισα τον δημιουργό μέσα μου. Ακόμη όμως δεν ήμουν έτοιμη να αποδεχτώ την πηγή μέσα μου, είχα ανάγκη κάπου να το προσωποποιήσω. Γνώρισα έναν άνθρωπο τότε που για κάποιο λόγο κούμπωσε πάνω στην ανάγκη μου για εξωτερική έμπνευση. Ένοιωθα τότε την ομορφία και την δύναμη που δημιουργούσα μόνο για αυτόν.
Κάθε σχέση όμως «καλλιτέχνη-μούσας» είναι καταδικασμένη σε ένα τέλος, την «προδοσία». Επίσης κάθε τέτοια σχέση τυφλώνει τον καλλιτέχνη, τον οδηγεί εξωτερικά από τον εαυτό του, τον χαώνει, τον αποδιοργανώνει και τον αποστραγγίζει. Όμως, τον αναγκάζει να δημιουργήσει (ξανά) χωρίς να σκέφτεται. Ναι τότε ξαναζωγράφισα, χαρίζοντρας όλα τα έργα στη λεγόμενη «μούσα». Μάλλον από τον φόβο της κατοχής της δημιουργικής μου δύναμης ή ως καρδιακό τέχνασμα στο να μην μπορώ να τα αναλύσω-κριτικάρω κοιτάζοντάς τα. Με τον καιρό, η λάμψη της «μούσας» μου χανόταν και άρχιζα να βλέπω μόνο ασπρόμαυρα επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Τότε ήταν που έκλεισε ο κύκλος. Ένας κύκλος ήταν και το τελευταίο έργο που χάρισα στην «μούσα» μου σαν φόρο τιμής.

«Αυτό που ζωγράφιζα με οδηγό την μούσα, ήταν η ίδια η μούσα. Ο κύκλος ήταν δημιούργημα της πηγής μέσα μου.»

 

Τις ημέρες που αποχαιρετούσα την εμπειρία μου στο νησί της Ρόδου γνώρισα μια φαρμακοποιό και εναλλακτική θεραπεύτρια, την Βάνα. Η Βάνα είναι ένας πολυπράγμων άνθρωπος, σαν κι εμένα. Με «διάβασε» αμέσως και μου μίλησε για ένα είδος «θεραπευτικής ζωγραφικής» που ουσιαστικά συνέβαινε μέσα από μια διαλογιστική διαδικασία. Έχοντας μεγαλώσει εκείνη την περίοδο στη γίογκα, έχοντας τον διαλογισμό ως καθημερινό εργαλείο, έχόντας σπάσει πολλούς περιορισμούς μαζί του, η ιδέα της διαλογιστικής ζωγραφικής με συνεπήρε!
Και δοκίμασα, και μετά από μια ώρα το έργο μου, μου έδωσε τις απαντήσεις που γύρευα καιρό…

Είχα βρεί την σύνδεση με την συμπαντική απειροσύνη ξανά.
Από τότε δημιούργησα άλλα τέσσερα έργα με αυτή την τεχνική. Τα τρία από αυτά τα κράτησα, ως κομμάτια της προσωπικής μου εύρεσης ταυτότητας. Το τέταρτο, και πιο πρόσφατο αποτελλεί συνδημιουργία και το δώρησα στον συνδημιουργό μου. Ήταν κάτι που προήλθε μέσα από την παρατήρηση ενός σημείου της συμπαντικής καρδιάς. Δεν αποτέλλεσε έμπνευση, ούτε σκέψη, ήταν σαν κάποιος να μου φώτιζε με την ύπαρξη του ένα συγκεκριμένο σημείο, σαν αστέρι στον απέραντο ουρανό.

Ίσως αυτό τελικά να χρειάζεται ένας καλλιτεχνής, έναν φάρρο μέσα στη συμπαντική θάλασσα. Ένας καλλιτέχνης χάνεται αρκετές φορές μέσα στην συμπαντική απειροσύνη που αναγνωρίζει και μερικές φορές αυτό αποτελλεί τροχοπαίδι στην υλοποίηση. Ίσως χρειάζεται κάποιον να του δείχνει το δέντρο ή να επιλέγει το κατάλληλο δέντρο μέσα στο χαόδες δάσος την κάθε στιγμή. Ίσως πάλι χρειάζεται ένα αυθεντικό συνομιλητή με καθάριο καθρέφτη. Πάνω απ’ όλα όμως χρειάζεται, η φωτιά της δημιουργίας του να είναι δυνατότερη από κάθε του φόβο να δημιουργήσει.


Επίλογος

Αν εγώ κατάφερα να μοιραστώ μαζί σου την υπέρτατη αλήθεια μου σε αυτό το κείμενο, τότε είμαι σίγουρη πως μπορείς να το κάνεις και εσύ! Η υπέρτατη αλήθεια μου για μένα, είναι η καλλιτεχνική μου φύση, είναι όσα ζωγραφίζω & δημιουργώ. Εκεί φαίνονται όλα, δεν μπορώ να κρυφτώ. Υπήρξαν περίοδοι που κρυβόμουν, από όλους, από όλα, ακόμα και από την ίδια μου την δημιουργική ενέργεια. Με κάθε συναίσθημά μου ακολουθούσε η κήδευση του. Τα (συν)αισθήματα μου βλέπεις, ήταν πάρα πολλά που με έκαναν να βλέπω την αλήθεια της αλήθειας. Όσα έννοιωθα, δεν ήταν εύκολο για κάποιον να τα βιώνει. Νεκρώντας τα πάντα, ίσως ήταν καλύτερα για όλους τότε. Είχα καταφέρει να μην νοίωθω, το μυαλό μου να μην καταλαβαίνει, το σώμα μου πάντοτε γνώριζε καλά. Το σώμα μου γνώριζε γιατί είχα πάντοτε κάτι μέσα μου αναμένο, που δεν έσβησε ποτέ, το όραμα/την θύμιση της διάπλατα ανοιχτής καρδιάς μου.
Αυτό ήταν ο φάρρος που με επέστρεψε σπίτι.
Και μέσα από την ανοιχτή καρδία μου, δημιουργώ ξανά και υλοποιώ, ίσως για πρώτη φορά, τον «κήπο» που μέσα του επιλέγω να ζήσω.

Σε προτρέπω να κάνεις και εσύ το ίδιο…

 

«Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα».
Νίκος Καζαντζάκης.